Η Διαταραχή Μετά από Ψυχοτραυματικό Στρες (ΔΜΨΣ), ή αλλιώς το Σύνδρομο Μετατραυματικού Στρες αναφέρεται στην αντίδραση ενός ατόμου, που έχει εκτεθεί σε μία ακραία τραυματική εμπειρία με έντονο φόβο, αίσθηση ανημπόριας ή τρόμο – φρίκη. Πιο συγκεκριμένα, εμφανίζεται σε άτομα οποιασδήποτε ηλικίας, συμπεριλαμβανομένης και της παιδικής, που βίωσαν ή υπήρξαν μάρτυρες ή ήρθαν αντιμέτωποι με ένα γεγονός ή με μία σειρά από γεγονότα, η επίδραση των οποίων είναι επώδυνη και δεν μπορεί να τα αφήσει αδιάφορα. Τα γεγονότα αυτά περιλαμβάνουν έναν πραγματικό ή απειλούμενο θάνατο, ένα σοβαρό τραυματισμό, μια απειλή της σωματικής ακεραιότητας του ιδίου ή άλλων προσώπων γύρω του. Πρόκειται για αιφνίδιους θανάτους και απώλειες αγαπημένων προσώπων, σοβαρές χρόνιες ασθένειες όπως καρκίνος, εγκεφαλικά και άλλες, σεξουαλική και σωματική κακοποίηση, βιασμοί, άγριες επιθέσεις βίας, σοβαρά ατυχήματα – δυστυχήματα, τρομοκρατικές ενέργειες, πόλεμοι, φυσικές καταστροφές.

Τα πρώτα συμπτώματα συνήθως αρχίζουν να αναπτύσσονται μέσα στους 3 πρώτους μήνες μετά το τραυματικό γεγονός, αν και είναι δυνατό να υπάρξει και καθυστέρηση μηνών ή και χρόνων πριν την εμφάνιση τους, ειδικά σε περιπτώσεις που τα σημάδια είναι βαθειά χαραγμένα (π.χ. συνέβησαν σε πολύ μικρή ηλικία). Η διάρκεια της διαταραχής πρέπει να είναι τουλάχιστον μεγαλύτερη από 1 μήνα, ενώ η διάρκεια των συμπτωμάτων ποικίλλει από 3 έως 12 μήνες και σε άλλες περιπτώσεις η πλήρη ανάρρωση έρχεται μετά από 30 – 40 χρόνια με διακυμάνσεις, δηλαδή με περιόδους υφέσεων και εξάρσεων ειδικά μετά από στρες (άγχος). Γενικότερα, η διαταραχή οδηγεί σε έκπτωση στον προσωπικό, κοινωνικό, επαγγελματικό, οικογενειακό και άλλους σημαντικούς τομείς της λειτουργικότητας τους ατόμου.

Κλινικά χαρακτηριστικά της διαταραχής είναι η επίμονη αναβίωση του οδυνηρού γεγονότος με επαναλαμβανόμενες αναμνήσεις και όνειρα, με έντονα φλας μπακ (flashback) επεισόδια, πιθανές παραισθήσεις και ψευδαισθήσεις που προκαλούν ψυχολογική ενόχληση, αναταραχή και υψηλή φυσιολογική αντίδραση. Παράλληλα το άτομο διακρίνεται από επίμονη αποφυγή ερεθισμάτων που συνδέονται με το τραύμα και μούδιασμα της γενικότερης αντίδρασης του ατόμου, κάτι που δε συνέβαινε πριν το τραύμα. Το άτομο συνηθίζει να αποφεύγει σκέψεις, συζητήσεις ή συναισθήματα σχετικά με το τραύμα, συγκεκριμένες δραστηριότητες, μέρη ή ανθρώπους που σχετίζονται με αυτό, ενώ του είναι αδύνατο να θυμηθεί σημαντικά σημεία και στοιχεία του τραύματος. Ακόμη παρατηρείται αυξημένη διεργετικότητα. Οι πάσχοντες συνήθως δυσκολεύονται να κοιμηθούν και παραμένουν ξύπνιοι για μεγάλα διαστήματα, είναι ευερέθιστοι με συχνές εκρήξεις θυμού, δυσκολεύονται να συγκεντρωθούν κάπου συγκεκριμένα και αντιδρούν υπερβολικά στο ξάφνιασμα (π.χ. με έντονο κλάμα).

Η βασική αιτία της νόσου θεωρείται το στρεσογόνο – τραυματικό ερέθισμα. Όμως, δεν υποφέρουν από το σύνδρομο μετατραυματικού στρες όλοι οι άνθρωποι που βίωσαν ή γίνανε μάρτυρες ενός μείζονος τραυματικού γεγονότος. Συμπεραίνουμε, λοιπόν, ότι θα πρέπει να υπάρχουν και άλλοι παράγοντες που οδηγούν στην ανάπτυξη ή μη της διαταραχής. Η ηλικία συμβάλλει ιδιαίτερα με τα παιδιά να είναι πιο ευάλωτα από τους μεγαλύτερους, καθώς και το φύλο με τις γυναίκες να υποφέρουν περισσότερο από τους άντρες. Άλλοι παράγοντες που επηρεάζουν είναι η διάρκεια και η βαρύτητα του τραυματικού γεγονότος, η εγγύτητα του ατόμου σε αυτό, το ιστορικό προϋπάρχουσας ψυχικής ασθένειας και το οικογενειακό ιστορικό, οι εμπειρίες του ατόμου και η προσωπικότητά του, δηλαδή ο τρόπος που ερμηνεύει και αξιολογεί τα συμβάντα της ζωής του. Τέλος η ύπαρξη ενός περιβάλλοντος υποστηρικτικού (οικογενειακό ή φιλικό) κρίνεται πολύ σημαντική όχι μόνο για την αποφυγή εμφάνισης της νόσου, αλλά και για την καταλυτική έκβαση και επούλωση του τραύματος.

Οι άνθρωποι που υποφέρουν από μετατραυματικό στρες είναι απαραίτητο να συμβουλευτούν ένα ψυχολόγο ή ψυχίατρο για να υποστηριχθούν και να ενισχυθούν να αντιμετωπίσουν θετικά και αποτελεσματικά το τραύμα και τις δυσάρεστες επιπτώσεις που το συνοδεύουν, επιστρέφοντας στις καθημερινές τους συνήθειες και απολαμβάνοντας τη ζωή τους από εδώ και πέρα. Συμπεριφορές απόσυρσης, σιωπής και απομόνωσης δεν αποτελούν λύση, αλλά αντιθέτως επιτυχημένη συνταγή διατήρησης του τραύματος.