Οι έννοιες «ψυχαναγκασμοί» και «καταναγκασμοί» αναφέρονται στις επαναλαμβανόμενες σκέψεις και συμπεριφορές, οι οποίες καταναλώνουν πάνω από 1 ώρα την ημέρα από το χρόνο του ατόμου που τις βιώνει. Όταν η έντασή τους είναι τόσο μεγάλη, ώστε προκαλούν σοβαρή υποκειμενική ενόχληση και μειώνουν τη λειτουργικότητα του ατόμου μιλάμε για Ψυχαναγκαστική Καταναγκαστική Διαταραχή (ΨΚΔ).

Ως ψυχαναγκασμοί ορίζονται οι επαναλαμβανόμενες σκέψεις, ιδέες, εικόνες ή παρορμήσεις, οι οποίες γίνονται αντιληπτές από το άτομο ως ακατάλληλες και εισβολή οδηγώντας σε έντονο άγχος και δυσφορία, ενώ το άτομο προσπαθεί να τις αγνοήσει ή να τις καταστείλει με κάποια άλλη σκέψη ή πράξη (συνήθως με κάποιο άλλο ψυχαναγκασμό). Παράλληλα, εμποδίζουν σημαντικά την καθημερινή του ρουτίνα και επηρεάζουν άμεσα τις σχέσεις του και την κοινωνική του ζωή.

Χαρακτηριστικοί ψυχαναγκασμοί θεωρούνται οι σκέψεις μόλυνσης (π.χ. μόλυνση από άγγιγμα πόμολου πόρτας), αμφιβολίας (π.χ. αν κλείδωσε το σπίτι), τάξης (π.χ. αν τα αντικείμενα είναι όλα στη θέση τους), καθώς και παρορμήσεις επιθετικότητας (π.χ. να σκοτώσει τη μητέρα του) ή εικόνες σεξουαλικότητας (π.χ. πορνογραφικές εικόνες).

Από την άλλη μεριά, ως καταναγκασμοί εννοούνται οι επαναλαμβανόμενες συμπεριφορές ή νοητικές πράξεις τις οποίες το άτομο εκτελεί αναγκαστικά και χωρίς ευχαρίστηση, σύμφωνα με συγκεκριμένους και αυστηρούς κανόνες ή προκειμένου να αντιδράσει σε έναν ψυχαναγκασμό και να επέλθει έτσι η ανακούφιση από το άγχος που νιώθει εξαιτίας αυτού. Αλλιώς σε κάθε άλλη περίπτωση βιώνεται έντονο άγχος και δυσαρέσκεια.

Τέτοιες συμπεριφορές, που συχνά μοιάζουν με τελετουργίες, είναι το επανειλημμένο πλύσιμο ή ο επίμονος καθαρισμός του δέρματος σε σημείο γδαρσίματος σε άτομα με ψυχαναγκασμό μόλυνσης, ο συνεχής έλεγχος της κλειδαριάς ή η συγκεκριμένη και αλλεπάλληλη μέτρηση των φορών κλειδώματος σε άτομα με ψυχαναγκασμούς αμφιβολίας, ο καθησυχασμός και η αναζήτηση βεβαιώσεων, η τακτοποίηση της τάξης η επανάληψη πράξεων.

Οι καταναγκασμοί συνήθως οδηγούν σε έντονη βραδύτητα και αργοπορία, ενώ σε κάποιο σημείο το άτομο αναγνωρίζει ότι είναι υπερβολικοί ή παράλογοι, όχι όμως πάντα και ιδιαίτερα στα παιδιά, όπου συνήθως δεν συμβαίνει.

Η διαταραχή παρατηρείται και σε άνδρες και σε γυναίκες, ενώ συνήθως εμφανίζεται πρώτη φορά στην εφηβεία ή την πρώιμη ενήλικη ζωή, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν μπορεί να εμφανιστεί στην παιδική ηλικία, με νωρίτερη γενικά εμφάνιση στα αγόρια. Η έναρξή της θεωρείται σταδιακή και όχι απότομη και η κλινική της πορεία συνήθως χρόνια με περιόδους υφέσεων και εξάρσεων ανάμεσα, κυρίως μετά από έντονο στρες.

Όσον αφορά την αιτιολογία της διαταραχής, οι έρευνες δεν έχουν καταλήξει σε μια θεωρία που να την ερμηνεύει σε ικανοποιητικό βαθμό, αλλά κατά καιρούς είχαν αναπτυχθεί διάφορες θεωρίες, όπως γενετικές, συμπεριφορικές, νευροβιολογικές, ψυχαναλυτικές κ.α. Αν και στο παρελθόν η θεραπεία της συγκεκριμένης ψυχικής νόσου υπήρξε δύσκολη και απογοητευτική, στις μέρες μας η ανάπτυξη της ψυχοθεραπείας έχει προσφέρει και συνεχίζει να προσφέρει πολλά αισιόδοξα παραδείγματα επιτυχημένης και αποτελεσματικής αντιμετώπισης της διαταραχής και μείωσης των ψυχαναγκασμών – καταναγκασμών (συστημική – οικογενειακή, γνωστικοσυμπεριφορική κ.α.).