Εδώ και μερικά χρόνια οι διαταραχές που αφορούν την πρόσληψη τροφής απασχολούν αρκετό κόσμο. Το φαγητό αποτελεί κυρίαρχο παράγοντα επιβίωσης του ανθρώπου και ειδικά στις ανεπτυγμένες δυτικές κοινωνίες το φαγητό κατέχει εξέχουσα θέση. Κάποιοι υποφέρουν από παχυσαρκία, ενώ άλλοι ασχολούνται με δίαιτα και διατροφή για λόγους εμφάνισης (κυρίως τους καλοκαιρινούς μήνες) ή για ιατρικούς λόγους. Ιδιαίτερα ο γυναικείος πληθυσμός κατά την εφηβεία και την πρώιμη ενηλικίωση αναφέρει συχνά ότι αντιμετώπισε ή αντιμετωπίζει προβλήματα σχετικά με τη στάση του απέναντι στο φαγητό, τα οποία ανήκουν σε μία από τις δύο κλινικές περιπτώσεις τη Νευρική Ανορεξία και τη Νευρική Βουλιμία.

Νευρογενής Ανορεξία

Η νευρογενής ή αλλιώς ψυχογενής ανορεξία (επιστημονικός όρος anorexia nervosa) αναφέρεται σε ένα σύνδρομο, σύμφωνα με το οποίο το άτομο οικειοθελώς επιβάλλει στον εαυτό του ασιτία. Ο φόβος, μη τυχόν και παχύνει, οδηγεί το πρόσωπο στο να περιορίζει με τη θέλησή του την πρόσληψη τροφής.

Κύρια κλινικά χαρακτηριστικά της ψυχικής διαταραχής αποτελούν ο έντονος φόβος απόκτησης πάχους ή αύξησης βάρους, ακόμα και όταν το βάρος είναι χαμηλότερο από το φυσιολογικό, η άρνηση του ατόμου να διατηρήσει ένα φυσιολογικό βάρος, έστω και το ελάχιστο δυνατό, η διαστρέβλωση της εικόνας του σώματος, δηλαδή θεωρεί τον εαυτό του υπέρβαρο ενώ δεν είναι, η αδικαιολόγητη επιρροή του σωματικού βάρους ή σχήματος στην εκτίμηση του εαυτού, η αυξημένη απώλεια βάρους και η άρνηση της σοβαρότητας του χαμηλού βάρους, η αμηνόρροια στις γυναίκες, δηλαδή η απουσία τουλάχιστον 3 διαδοχικών εμμηνορρυσιών και η εμφάνιση τους μόνο μετά από χορήγηση ορμονών (π.χ. οιστρογόνα).

Τα άτομα που υποφέρουν από ψυχογενή ανορεξία έχουν μια διαταραγμένη αντίληψη όχι μόνο του σώματός τους αλλά και της εξωτερικής τους σωματικής εικόνας, ενώ δυσκολεύονται να αναγνωρίσουν σημαντικές αισθήσεις και ιδιαίτερα το αίσθημα της πείνας. Πρόκειται, λοιπόν, κυρίως για διαταραχή στην αίσθηση του εαυτού, την ταυτότητα και την αυτονομία και όχι τόσο για διαταραχή της όρεξης.

Σύμφωνα με τα επίσημα κριτήρια του αμερικάνικου Διαγνωστικού Στατιστικού Εγχειριδίου Ψυχικών Διαταραχών (DSM-IV), διακρίνονται δύο τύποι νευρογενούς ανορεξίας: ο περιοριστικός τύπος και ο τύπος υπερφαγίας – κάθαρσης. Σύμφωνα με τον πρώτο, ο παθών επιτυγχάνει απώλεια βάρους με υπερβολική δίαιτα, νηστεία ή έντονη άσκηση, ενώ σύμφωνα με το δεύτερο, με προκλητό εμετό, καθαρτικά, διουρητικά ή ενέματα ύστερα από υπερφαγία αλλά και λήψη μικρών ποσοτήτων τροφής.

Μελέτες δείχνουν ότι επιδημιολογικά πάνω από 90% των ατόμων που υποφέρουν από ανορεκτικό σύνδρομο είναι γυναίκες. Η μέση ηλικία έναρξης είναι τα 17 χρόνια, ενώ σπάνια η ψυχική νόσος εμφανίζεται μετά τα 40. Η νευρική ανορεξία είναι μια δυνητικά θανατηφόρος νόσος, με τη θνησιμότητα να ξεπερνά το 10%, γεγονός που σημαίνει ότι συχνά η νοσηλεία και η υποχρεωτική σίτιση είναι απαραίτητες για την καλυτέρευση της υγείας του ανορεκτικού ατόμου.

Νευρογενής Βουλιμία

Η νευρογενής ή αλλιώς ψυχογενής βουλιμία (επιστημονικός όρος bulimia nervosa) αναφέρεται σε επανειλημμένα επεισόδια υπερφαγίας κατά την διάρκεια των οποίων το άτομο αισθάνεται να μην μπορεί να ελέγξει τον εαυτό του, ώστε να σταματήσει να τρώει. Και σε αυτήν την περίπτωση, η εκτίμηση του εαυτού επηρεάζεται αδικαιολόγητα από το σχήμα και το βάρος του σώματος.

Κύρια κλινικά χαρακτηριστικά της διαταραχής αποτελούν η κατανάλωση μέσα σε μια συγκεκριμένη χρονική περίοδο (π.χ. 2 ώρες) μιας ποσότητας φαγητού σαφώς μεγαλύτερης από αυτήν που καταναλώνουν οι περισσότεροι άνθρωποι κάτω από παρόμοιες συνθήκες και στο ίδιο χρονικό διάστημα, καθώς και η αίσθηση αδυναμίας σταματημού ή απουσίας ελέγχου της ποσότητας τροφής που τρώει το άτομο κατή τη διάρκεια του βουλιμικού επεισοδίου. Συχνή συμπεριφορά, αν και ακατάλληλη, θεωρείται η συνεχής χρήση αντισταθμιστικών μεθόδων αποτροπής απόκτησης βάρους, όπως για παράδειγμα η πρόκληση εμετού, η κακή χρήση καθαρτικών, διουρητικών, ενεμάτων ή άλλων φαρμάκων, η νηστεία και η υπερβολική άσκηση.

Για να θεωρηθεί ένα άτομο ότι υποφέρει από νευρική βουλιμία πρέπει και η υπερφαγία και οι ακατάλληλες εξισορροπητικές συμπεριφορές να συμβαίνουν κατά μέσο όρο τουλάχιστον 2 φορές την εβδομάδα για μια περίοδο 3 μηνών. Παράλληλα, προϋπόθεση για να θεωρηθεί ένα γεγονός ως επεισόδιο υπερφαγίας είναι η κατανάλωση τροφών με υψηλή θερμιδική αξία, όπως οι γλυκές ή ευκολομάσητες τροφές που καταναλώνονται γρήγορα (παγωτά, κέικ, κουλούρια κ.α.). Τα επεισόδια συνήθως προκαλούνται ύστερα από αρνητικές και άσχημες καταστάσεις, από προβλήματα στις διαπροσωπικές σχέσεις και επαφές, από έντονη πείνα λόγω δίαιτας ή από αρνητικά αισθήματα για το σχήμα και το μέγεθος τους σώματος.

Σύμφωνα με τα επίσημα κριτήρια του Διαγνωστικού Στατιστικού Εγχειριδίου Ψυχικών Διαταραχών (DSMIV) διακρίνονται δυο τύποι νευρογενούς βουλιμίας: ο τύπος κάθαρσης και ο τύπος μη κάθαρσης. Σύμφωνα με τον πρώτο, κατά τη διάρκεια του παρόντος επεισοδίου το άτομο έχει οδηγηθεί συστηματικά σε πρόκληση εμετού ή σε κακή χρήση καθαρτικών, διουρητικών ή ενεμάτων, ενώ σύμφωνα με το δεύτερο, το άτομο έχει χρησιμοποιήσει άλλες ακατάλληλες αντισταθμιστικές συμπεριφορές, όπως νηστεία, έντονη άσκηση χωρίς συστηματική εμπλοκή σε προκλητό εμετό ή χρήση καθαρτικών.

Τα άτομα που υποφέρουν από βουλιμία συνήθως νιώθουν αισθήματα ντροπής για αυτό που κάνουν, προσπαθώντας να κρύψουν την υπερβολική κατανάλωση φαγητού, τρώγοντας κρυφά και δεν σταματούν παρά μόνο αν πονέσει η κοιλιά τους, τους πάρει ο ύπνος, διακοπούν από κάτι ή κάποιον ή προκαλέσουν εμετό. Δείχνουν υπερβολικό ενδιαφέρον για το βάρος τους και προσπαθούν διαρκώς να το ελέγξουν με ποικίλους τρόπους. Παρατηρούνται συνεχείς διακυμάνσεις του βάρους τους λόγω των εναλλασσόμενων περιόδων υπερφαγίας και νηστείας, αλλά σε γενικές γραμμές το βάρος τους είναι φυσιολογικό. Μελέτες δείχνουν ότι επιδημιολογικά πάνω από 90% των ατόμων που υποφέρουν από βουλιμικό σύνδρομο είναι γυναίκες. Η έναρξη της ψυχικής νόσου θεωρείται η όψιμη εφηβεία ή η πρώιμη ενήλικη ζωή και η πορεία της είναι χρόνια ή με διαλείμματα.

Λόγω της συμπεριφοράς των ατόμων με διαταραχές πρόσληψης τροφής, τα κοινωνικά, οικογενειακά ή επαγγελματικά προβλήματα είναι καθημερινά, ενώ συχνά εκδηλώνονται καταθλιπτικά επεισόδια, αγχώδη συμπτώματα, κατάχρηση και εξάρτηση από ουσίες. Η έγκαιρη διάγνωση και αντιμετώπιση των διαταραχών αυτών θεωρείται υψίστης σημασίας. Σημαντικό ρόλο γι’ αυτό παίζει το υποστηρικτικό περιβάλλον των ψυχικά πασχόντων και η παροχή κατάλληλης βοήθειας από γιατρούς και ψυχολόγους. Ο πρώτος στόχος της θεραπείας είναι η αποκατάσταση του κανονικού βάρους και η φυσιολογική πρόσληψη τροφής, με ενδεχόμενη μια νοσηλεία αν χρειαστεί, και ο δεύτερος στόχος αφορά την οριστική αποκατάσταση της σχέσης του ατόμου με την τροφή μέσα από την ψυχοθεραπεία και κυρίως τη συστημική ψυχοθεραπεία, η οποία θεωρείται ιδιαίτερα αποτελεσματική.