Η κατάθλιψη θεωρείται μία από τις πιο διαδεδομένες και ιδιαίτερα δημοφιλείς ψυχικές διαταραχές. Ανήκει στις διαταραχές της διάθεσης ή αλλιώς συναισθηματικές μαζί με τις διπολικές διαταραχές, δηλαδή τις ασθένειες που χαρακτηρίζονται και από τις δύο ακραίες συναισθηματικές καταστάσεις, δηλαδή την έξαρση και την κατάθλιψη όπως η μανιοκατάθλιψη.

Τα άτομα που υποφέρουν από κατάθλιψη συνήθως περιγράφουν τον εαυτό τους λέγοντας ότι νιώθουν έντονη και παρατεταμένη λύπη, θλίψη, απογοήτευση, απελπισία. Αισθάνονται το σώμα τους ιδιαίτερα βαρύ, αδύναμο να αντιδράσει και τις αρνητικές σκέψεις να τους κυριεύουν, με τα ξεσπάσματα σε κλάματα να είναι συχνά. Σε γενικές γραμμές, διακρίνονται από παραίτηση, αίσθημα ανημπόριας και έντονης κούρασης σαν να κουβαλούν καθημερινά ένα πολύ βαρύ φορτίο. Πέρα από την καταθλιπτική διάθεση, άλλα χαρακτηριστικά συμπτώματα της διαταραχής είναι η ανηδονία, δηλαδή η απώλεια ευχαρίστησης σε δραστηριότητες που πριν την ασθένεια ήταν ευχάριστες (χόμπυ, άθλημα, κοινωνική εκδήλωση κ.α.) και το άγχος που εκφράζεται με δυσφορία, φόβο, αίσθημα κινδύνου, εκνευρισμό ή κρίση πανικού.

Συχνά η κατάθλιψη συνοδεύεται από διαταραχές του αυτόνομου νευρικού συστήματος, όπως η διαταραχή ύπνου (αϋπνία ή υπερυπνία), η διαταραχή όρεξης (ανορεξία και απώλεια βάρους ή αύξηση όρεξης και πρόσληψη βάρους), το αίσθημα κοπώσεως, η μείωση σεξουαλικής διάθεσης και η ψυχοκινητική επιβράδυνση (βραδύτητα λόγου και σωματικών κινήσεων) ή διέγερση (σωματική ανησυχία και ένταση).

Το αποτέλεσμα είναι η απώλεια του ενδιαφέροντος σε όλες τις εκφράσεις της ζωής (εργασία, οικογένεια, κοινωνική ζωή κ.α.), ένα ανέλπιδο αίσθημα ανημπόριας και παραίτησης ακόμη και από καταστάσεις απλές και συνηθισμένες (προσωπική φροντίδα, υγιεινή, δουλειές του σπιτιού κ.α.), ενώ σε κάποιες περιπτώσεις παρατηρούνται αυτοκτονικές σκέψεις ή απόπειρες. Η σκέψη και η αντίληψη, από την άλλη, διακατέχεται από αίσθηση ενοχής και αναξιότητας σε συνδυασμό με χαμηλή αυτοεκτίμηση, αναποφασιστικότητα, ενώ παράλληλα μπορούν να σημειωθούν και δυσκολίες στη συγκέντρωση λόγω της έντονης ενασχόλησής τους με τις καταθλιπτικές ιδέες, καθώς και ψυχωτικά συμπτώματα (ψευδαισθήσεις, παραληρητικές ιδέες κ.α.) σε περιπτώσεις που η κατάθλιψη είναι αρκετά βαριά.

Λόγω της μεγάλης συμπτωματολογίας που αναφέραμε παραπάνω, η κατάθλιψη μπορεί να εμφανιστεί με διάφορες μορφές μετά από ένα ξεκάθαρα τραυματικό γεγονός, κατά τη λοχεία ή χωρίς κάποια φανερή αιτία και να επηρεαστεί από το οικογενειακό ιστορικό, την κλινική πορεία ή άλλους παράγοντες που εμπλέκονται. Ένα οξύ καταθλιπτικό επεισόδιο διαρκεί συνολικά τουλάχιστον 2 εβδομάδες και εκφράζει μια σαφή αλλαγή της συμπεριφοράς του ατόμου μέχρι τώρα, με επικρατούσα την καταθλιπτική διάθεση ή την έλλειψη ενδιαφέροντας και ευχαρίστησης.

Όσο πιο βαρύ το επεισόδιο, τόσο πιο επίμονο είναι και μερικές φορές προηγούνται για μήνες ηπιότερα καταθλιπτικά συμπτώματα, φοβίες, άγχος ή κρίσεις πανικού. Παράλληλα η κλινική πορεία της ψυχικής νόσου ποικίλλει. Άλλες φορές εκδηλώνονται μεμονωμένα επεισόδια με πιθανότητα να περάσουν πολλά χρόνια χωρίς καταθλιπτικά συμπτώματα πριν τυχόν αναπτυχθεί ξανά ένα μείζον καταθλιπτικό επεισόδιο, ενώ άλλες περιπτώσεις διακρίνονται από αλλεπάλληλα επεισόδια, τα οποία πιθανόν αυξάνονται καθώς προχωρά η ηλικία τους. Αντιθέτως μια χρόνια καταθλιπτική διάθεση που το άτομο την έχει καθημερινά τουλάχιστον για 2 χρόνια χαρακτηρίζεται ως δυσθυμία και η διαταραχή ονομάζεται δυσθυμική.

Η καταθλιπτική διαταραχή αναπτύσσεται συχνότερα στις γυναίκες από τους άνδρες σε ποσοστό διπλάσιο και μπορεί να ξεκινήσει σε οποιαδήποτε ηλικία με μέση ηλικία έναρξης τα 25 έτη. Παρά τη διαδεδομένη χρήση στο παρελθόν σωματικών θεραπειών με τη χρήση ψυχοφαρμάκων (αντικαταθλιπτικών, ηρεμιστικών κ.α.), τα τελευταία χρόνια η ψυχοθεραπεία κερδίζει όλο και περισσότερο έδαφος με θετικά και σταθερά αποτελέσματα και χωρίς τις δυσάρεστες επιπλοκές ή παρενέργειες που προέρχονται από τη χρήση ουσιών.