Η χρήση διαφόρων ουσιών με σκοπό την αλλαγή της διάθεσης και της συμπεριφοράς για λόγους διασκέδασης ή για ιατρικούς λόγους (όπως η ανακούφιση από τον πόνο, την ψυχική ένταση ή ακόμα και η καταστολή της όρεξης), αποτελεί κοινή εφαρμογή στα περισσότερα μέρη του κόσμου. Διαφορετικές ουσίες, όμως, θεωρούνται επιτρεπτές ή κατακριτέες σε κάθε πολιτισμό. Παρά τις υπάρχουσες πολιτισμικές αντιθέσεις οι διάφορες κοινωνίες συμφωνούν ότι η χρήση μιας ουσίας θεωρείται παθολογική όταν, εξαιτίας της λήψης της, εμφανίζονται συμπτώματα και δυσπροσαρμοστικές συμπεριφορές ανεπιθύμητες και μη αποδεκτές για τις περισσότερες από αυτές.

Με την έννοια «ουσία» εννοούμε είτε κάποια ψυχοδραστική ουσία της οποίας γίνεται κατάχρηση (αλκοόλ, καφείνη, νικοτίνη κ.α.), είτε κάποιο φάρμακο (αντικαταθλιπτικά, μυοχαλαρωτικά κ.α.), είτε κάποια τοξίνη (π.χ. μονοξείδιο ή διοξείδιο του άνθρακα). Γενικά οι ουσίες κατάχρησης μπορούν να ομαδοποιηθούν σε 11 κατηγορίες. Αυτές είναι οι εξής: αλκοόλ, καφεΐνη, νικοτίνη, αμφεταμίνες, κάνναβη, κοκαΐνη, ψευδαισθησιογόνα, εισπνεόμενες ουσίες (π.χ. βενζίνη, μπογιές), οπιοειδή, το παραισθησιογόνο αναισθητικό φαινυλκυκλιδίνη (PCP) και ηρεμιστικά (καταπραϋντικά, υπνωτικά ή αγχολυτικά). Επίσης τα τελευταία χρόνια παρατηρείται όλο και πιο συχνά και σε διάφορες ηλικίες η εξάρτηση από κάθε είδους μορφής τζόγου.

Όσον αφορά την εξάρτηση από ουσίες πρόκειται για ένα συνδυασμό γνωστικών, συμπεριφορικών και φυσιολογικών συμπτωμάτων, σύμφωνα με τον οποίο το άτομο εξακολουθεί να κάνει χρήση της ουσίας παραβλέποντας σημαντικά προβλήματα που σχετίζονται με την λήψη της. Τα συμπτώματα συμβαίνουν οποτεδήποτε μέσα σε μια χρονική περίοδο τουλάχιστον 12 μηνών.

Βασικά κλινικά χαρακτηριστικά της ψυχικής νόσου είναι η ανοχή και το στερητικό σύνδρομο. Το πρώτο αναφέρεται στην ανάγκη για αύξηση της ποσότητας της ουσίας προκειμένου να επιτευχθεί το επιθυμητό αποτέλεσμα ή αλλιώς στο πολύ χαμηλό αποτέλεσμα παρά τη συνεχή χρήση της ίδιας ποσότητας της ουσίας. Ο βαθμός ανοχής ποικίλλει από ουσία σε ουσία με το αλκοόλ και τη νικοτίνη να παρουσιάζουν μεγάλη ανοχή.

Το δεύτερο αφορά την εμφάνιση ενός ειδικού συνδρόμου για τη συγκεκριμένη ουσία, το οποίο προκαλείται από την απότομη και παρατεταμένη παύση ή ελάττωση της χρήσης της ουσίας. Το σύνδρομο αυτό με τη σειρά του προκαλεί κλινικά σημαντική υποκειμενική ενόχληση ή έκπτωση στον κοινωνικό, επαγγελματικό, οικογενειακό, αλλά και σε άλλους τομείς της λειτουργικότητας τους ατόμου. Το ίδιο το άτομο λαμβάνει την ουσία για να ανακουφιστεί ή να αποφύγει τα στερητικά συμπτώματα, τα οποία δεν οφείλονται σε κάποια ιατρική κατάσταση και δεν εξηγούνται επαρκώς μέσα από κάποια άλλη ψυχική διαταραχή, ενώ για κάθε εξαρτησιογόνα ουσία είναι διαφορετικά.

Σε γενικές γραμμές συχνά παρατηρείται το άτομο να μην ελέγχει τη χρήση της ουσίας, δηλαδή συχνά λαμβάνει μεγάλες ποσότητες ουσίας και για μεγάλο χρονικό διάστημα, χωρίς αρχικά αυτός να ήταν ο σκοπός του. Ακόμη, συνήθως διακατέχεται από έντονη επιθυμία και αποτυχημένες προσπάθειες να μειώσει ή να ελέγξει τη χρήση, ενώ ξοδεύει πολύ χρόνο μέσα στην ημέρα ασχολούμενος με την ουσία, επιδιώκοντας να τη βρει, κάνοντας επανειλημμένη χρήση της ή προσπαθώντας να συνέλθει από την επήρειά της. Κοινωνικές, επαγγελματικές, ψυχαγωγικές, οικογενειακές και άλλες δραστηριότητες ή συνήθειες στη ζωή του ατόμου συχνά εγκαταλείπονται ή μειώνονται λόγω της εξάρτησης, ενώ η κατάχρηση δε σταματά παρά τη γνώση του ατόμου ότι υποφέρει από ένα ιατρικό (π.χ. κύρωση του ήπατος) ή ψυχολογικό (π.χ. κατάθλιψη) νόσημα, που έχει προκληθεί ή οξύνεται από τη συγκεκριμένη ουσία.

Σε αντίθεση με την εξάρτηση από ουσίες η κατάχρηση ουσιών δεν συνδέεται με συμπεριφορές ανοχής, στερητικό σύνδρομο ή καταναγκαστική χρήση, παρά μόνο με τις βλαβερές συνέπειες της επανειλημμένης λήψης την ουσίας. Πρόκειται για έναν τύπο χρήσης ουσιών με υποτροπιάζουσες και σημαντικά αρνητικές συνέπειες προερχόμενες από τη συνεχιζόμενη χρήση για ένα διάστημα τουλάχιστο 12 μηνών. Αυτή η υποτροπιάζουσα χρήση έχει σαν αποτέλεσμα την αδυναμία του ατόμου να εκπληρώσει τις καθημερινές του υποχρεώσεις (εργασία, σχολείο, σπίτι κ.α.), την αύξηση της επικινδυνότητας σε διάφορες περιστάσεις (οδήγηση αυτοκινήτου, χειρισμό μηχανήματος κ.α.), των νομικών (π.χ. συλλήψεις λόγω διαταραγμένης διαγωγής), και των διαπροσωπικών προβλημάτων (οικογενειακοί καυγάδες, συγκρούσεις ζευγαριών, χωρισμοί κ.α.).

Είναι σημαντικό να αναφέρουμε ότι δεν προκαλούν όλες οι ουσίες και εξάρτηση και κατάχρηση, για παράδειγμα κάποιες προκαλούν μόνο εξάρτηση, όπως η νικοτίνη.

Υπάρχουν πολλές θεραπείες που είναι αποτελεσματικές και βοηθούν πραγματικά τους ανθρώπους που υποφέρουν από ζητήματα εξάρτησης ή κατάχρησης, αλλά και το οικογενειακό τους περιβάλλον. Απαραίτητη προϋπόθεση για μια ομαλή και θετική έκβαση είναι να ξεπεραστεί το βασικό εμπόδιο που παρατηρείται τις περισσότερες φορές και αφορά τη στάση των ίδιων των ανθρώπων σε αυτό που τους συμβαίνει. Δε βιώνουν τη σχέση τους με την ουσία ως προβληματική, γεγονός που αποτελεί το πιο σημαντικό κώλυμα στην προσπάθεια να αναλάβουν δράση και να μπορέσουν να διαχειριστούν τη διαταραχή χρήσης ουσιών που αντιμετωπίζουν.