Οι όροι «διάσπαση προσοχής», «υπερκινητικότητα», «ΔΕΠ-Υ» ακούγονται όλο και πιο συχνά τα τελευταία χρόνια. Επαγγελματίες ψυχικής υγείας, κυρίως παιδοψυχολόγοι, εκπαιδευτικοί και γονείς αναφέρουν συνεχώς συμπεριφορές παιδιών και εφήβων που δείχνουν έλλειψη συγκέντρωσης, απροσεξία ή παρορμητικότητα.

Η Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής και Υπερκινητικότητα αναφέρεται σε συμπεριφορές διάσπασης προσοχής, αδυναμίας συγκέντρωσης και υπερκινητικότητα – παρορμητικότητα, που παρουσιάζουν κάποια παιδιά σε διάφορα περιβάλλοντα. Βασική προϋπόθεση αποτελεί κάποια από τα συμπτώματα αυτά να έχουν εμφανιστεί πριν την ηλικία των 7 ετών και να εκδηλώνονται σε τουλάχιστον 2 περιβάλλοντα, για παράδειγμα στο σπίτι και στο σχολείο.

Η κλινική εικόνα αλλάζει ανάλογα με την ηλικία του παιδιού. Έτσι, στις μικρές ηλικίες κάτω των 7 ετών, τα παιδιά μοιάζουν να μη σταματούν, να είναι διαρκώς σε κίνηση και εγρήγορση αδύναμα να ελέγξουν αυτό που κάνουν, ενώ κατά τη σχολική ηλικία φαίνονται αφηρημένα με έντονες δυσκολίες να εστιάσουν την προσοχή τους κάπου συγκεκριμένα ή να εκτελέσουν ένα πολύπλοκο έργο (μια άσκηση με βήματα, ένα παιχνίδι με κανόνες κ.α.). Η διαταραχή διαρκεί και επιμένει και στην ενήλικη ζωή με σοβαρές επιπτώσεις στη σχολική, κοινωνική, οικογενειακή και επαγγελματική μετέπειτα ζωή και λειτουργικότητα του ατόμου.

Κύρια χαρακτηριστικά της ΔΕΠ-Υ που σχετίζονται με την απροσεξία είναι η αδυναμία εστιασμού της προσοχής σε λεπτομέρειες και μη εκτέλεσης οδηγιών ή εργασιών, τα λάθη απροσεξίας, η δυσκολία διατήρησης προσοχής, συγκέντρωσης και οργάνωσης στα καθήκοντα αλλά και στο παιχνίδι, η έντονη διάσπαση από εξωτερικά ερεθίσματα, η αποφυγή και παράλειψη καθημερινών δραστηριοτήτων κ.ο.κ.

Παράλληλα, τα χαρακτηριστικά της ΔΕΠ/Υ που σχετίζονται με την υπερκινητικότητα αφορούν τη νευρική κίνηση χεριών και ποδιών, την αδυναμία να παραμείνει στάσιμος και καθιστός για κάποιο διάστημα, την εκδήλωση υπερβολικής και ενεργητικής συμπεριφοράς η οποία δεν ταιριάζει με την παρούσα κατάσταση (π.χ. τρέχει γύρω γύρω στην τάξη), τη δυσκολία εμπλοκής σε δραστηριότητες παιχνιδιού μαζί με άλλους, η αυθόρμητη σκέψη και λόγος χωρίς να περιμένει τη σειρά του για να εκφραστεί, η απρόσκλητη παρέμβαση σε συζητήσεις και παιχνίδια με αποτέλεσμα την πρόκληση εκνευρισμού στους άλλους κ.ο.κ.

Η παραπάνω συμπεριφορά πρέπει να διαρκεί τουλάχιστον 6 μήνες και να μη συνάδει με το αναπτυξιακό επίπεδο του παιδιού ή του εφήβου. Διακρίνονται 3 τύποι του συνδρόμου: ο απρόσεκτος τύπος, όπου παρατηρείται κυρίως η διάσπαση προσοχής χωρίς υπερκινητικότητα, ο υπερκινητικός τύπος, όπου κυριαρχούν οι παρορμητικότητα – υπερκινητικότητα και όχι η απροσεξία και ο μεικτός τύπος, όπου εκδηλώνονται και απρόσεκτες και παρορμητικές συμπεριφορές.

Η διαταραχή έχει νευροβιολογική βάση με την ακριβή της αιτιολογία να παραμένει ασαφής και πολύπλευρη (κληρονομικότητα, γενετικοί παράγοντες, αρρώστιες, εμβόλιαοικογενειακές σχέσεις, στάση γονέων κ.α.). Είναι πολύ πιο συχνή στα αγόρια παρά στα κορίτσια και μια έγκυρη διάγνωση πραγματοποιείται κατά τα πρώτα σχολικά χρόνια, όταν το παιδί εκδηλώσει ξεκάθαρα πια τις δυσκολίες προσαρμογής του. Ακόμη, πολύ συχνά συνυπάρχει με κάποιου είδους ειδικής μαθησιακής δυσκολίας ή με κάποια άλλη ψυχοσυναισθηματική ή συμπεριφορική διαταραχή (κατάθλιψη, αντικοινωνική συμπεριφορά κ.α.).

Η έγκαιρη και έγκυρη διάγνωση και θεραπεία θεωρείται ιδιαίτερα σημαντική, διότι η αίσθηση ανικανότητας που νιώθει το παιδί στην προσπάθειά του να ελέγξει τον εαυτό του, οι συνεχείς τιμωρίες των γονέων και των εκπαιδευτικών και οι διαρκείς καυγάδες στο σπίτι και στο σχολείο μπορούν να έχουν ως αποτέλεσμα τη μείωση της διάθεσης για μάθηση, τη συνειδητή αποφυγή του σχολείου και των σχολικών καθηκόντων, τη χαμηλή αυτοεκτίμηση και αυτοεικόνα, την έλλειψη κοινωνικών επαφών και δεξιοτήτων του παιδιού ή του εφήβου κ.ο.κ.

Η ψυχοθεραπεία λειτουργεί σε πολλά επίπεδα με πολύ καλά σταθερά και μακροχρόνια αποτελέσματα σε σύγκριση με τη φαρμακευτική θεραπεία. Κεντρική θεωρείται η ψυχοκοινωνική παρέμβαση στη συμπεριφορά του παιδιού σε συνδυασμό με τη μαθησιακή του αποκατάσταση, καθώς και η ομαδική και οικογενειακή θεραπεία και συμβουλευτική.