Όρια και τρόποι πειθαρχίας – διαπαιδαγώγησης ενός παιδιού

«Για να πειθαρχήσεις σωστά το παιδί σου, πρέπει να γνωρίζεις καλά το ίδιο, αλλά και τον εαυτό σου.»

Πόσες φορές έχουμε πει στο παιδί μας «Όχι», «Μην το κάνεις αυτό», «Δεν πρέπει»; Καθημερινά, αντιμετωπίζουμε προκλήσεις προσπαθώντας να επιβάλλουμε την πειθαρχία σε ένα μικρό παιδί. Θέλουμε το παιδί μας να μάθει να συμπεριφέρεται σωστά, να αποκτήσει όρια και αυτοέλεγχο. Πώς, όμως, θα τα καταφέρουμε χωρίς να οδηγούμαστε σε ομηρικούς καυγάδες μαζί του και χωρίς να καταπιέζουμε την ελεύθερή του έκφραση και τη δημιουργικότητά του;

Πολλοί γονείς αισθάνονται τύψεις όταν μαλώνουν συνεχώς το παιδί τους και ταυτόχρονα αναποτελεσματικοί και αδύναμοι όταν αυτό δεν υπακούει στους κανόνες του σπιτιού. Δυσκολεύονται να βρουν μία μέση οδό, όπου και να τηρούνται οι κανόνες διαπαιδαγώγησης και να μην απειλείται η αίσθηση του εαυτού.

Αλλά, ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. «Όριο» σημαίνει σύνορο, δηλαδή, το ανώτατο ή κατώτατο σημείο που δεν μπορεί ή δεν επιτρέπεται να ξεπεραστεί. Ακόμη, ετυμολογικά, η λέξη «πειθαρχία» προέρχεται από τις λέξεις «πείθω» και «άρχω», δηλαδή αυτός που έχει τη δύναμη να πει τη γνώμη του σε κάποιον ή να υποδείξει μια πράξη με επιχειρήματα και ο δεύτερος να συμφωνήσει μαζί του ή να δεχτεί να εκτελέσει την πράξη. Αντιθέτως, η λέξη «τιμωρία» προέρχεται από τις λέξεις «τιμή» και «ορώ=βλέπω», δηλαδή αυτός που ορίζει – επιβάλλει σε κάποιον που παραβαίνει μια διαταγή κάτι δυσάρεστο (Λεξικό της κοινής νεοελληνικής, Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, 1998).

Αυτή η διαπίστωση είναι πολύ σημαντική γιατί τα τελευταία χρόνια συνηθίζεται να ταυτίζουμε αδίκως την πειθαρχία με την τιμωρία, ενώ η πειθαρχία σημαίνει διδασκαλία – διαπαιδαγώγηση και όχι τιμωρία. Ένα παιδί που δεν έχει πειθαρχία, ήδη από το δεύτερο έτος της ηλικίας του, μοιάζει να είναι μπερδεμένο, να βρίσκεται σε σύγχυση, ζητάει τα πάντα, αλλάζει συνέχεια γνώμη και επιθυμίες. Έτσι όπως δοκιμάζουν τα όρια γύρω τους, δοκιμάζουν και τα δικά μας όρια αντοχής. Κάθε μέρα, ανακαλύπτουν καινούρια πράγματα, αναπτύσσουν νέες δεξιότητες, μαθαίνουν κάτι καινούριο. Ο κόσμος αρχίζει να τους φαίνεται όλο και περισσότερο οικείος και λιγότερο τρομακτικός και νιώθουν έντονη την επιθυμία να κάνουν τα πάντα.

Άρα, ποιος ρόλος θεωρείται καταλληλότερος να υιοθετήσουμε ως γονείς; Η απάντηση είναι ο ρόλος του καθοδηγητή. Μέσα από την αγάπη, τη σταθερή πειθαρχία και τα όρια οφείλουμε να δείξουμε στο παιδί μας ποιος είναι ο σωστός τρόπος συμπεριφοράς, να του μάθουμε πώς να ελέγχει τον εαυτό του, να σέβεται τους γύρω του και να του ανοίξουμε το δρόμο προς την αυτογνωσία. Από την άλλη μεριά, το παιδί επιθυμεί να γνωρίζει ακριβώς τους κανόνες και το τι θα γίνει αν τους παραβεί, γιατί αυτό του παρέχει την αίσθηση ασφάλειας που χρειάζεται για να χαλαρώσει και να αφεθεί σε αυτό που κάνει παρά να είναι ανήσυχο και να μην ξέρει τι θέλει. Για το παιδί, το να έχει τόση πολλή δύναμη και ελευθερία είναι κάτι που δεν μπορεί να διαχειριστεί και με τις «αδικαιολόγητες» πράξεις του συχνά ψάχνει τα όριά του και αναζητά κάποιον άλλο να πάρει τον έλεγχο.

Τι γίνεται όμως στον ερευνητικό χώρο; Πολλές έρευνες έχουν δείξει ότι γονείς με σταθερά όρια και συνεπή συμπεριφορά μεγαλώνουν παιδιά με μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση, από τους γονείς που επιτρέπουν στα παιδιά τους να κάνουν ό, τι τους αρέσει. Ένας σταθερός δηλαδή έλεγχος που δεν περιορίζει τις ευκαιρίες για πειραματισμό και επιτρέπει την αυθόρμητη έκφραση. Ο σκοπός, λοιπόν, είναι να βοηθήσουμε το παιδί μας βγαίνοντας στην κοινωνία να μπορέσει με σεβασμό απέναντι στους άλλους να αναδείξει τις ικανότητές του.

Πότε ανακύπτουν ζητήματα πειθαρχίας; Συνήθως τα παιδιά θέλουν να κάνουν αυτό που τους λένε οι γονείς τους. Επιζητούν συνεχώς την προσοχή των γονιών τους και έχουν ανάγκη την αγάπη και τη φυσική τους παρουσία ανεξάρτητα από τον αν είναι μορφωμένοι ή όχι, πλούσιοι ή φτωχοί, πετυχημένοι ή όχι. Είναι πολύ σημαντικό να νιώθουν αποδοχή και κατανόηση από τους γονείς τους, γεγονός που τους βοηθά να πιστεύουν ότι μπορούν να κάνουν πράγματα και αξίζει να προσπαθούν. Τα προβλήματα ανακύπτουν όταν οι γονείς δεν αποδίδουν την πρέπουσα προσοχή στα παιδιά τους, όταν η φυσική τους παρουσία είναι ελλιπής ή όταν δίνουν μεγαλύτερη σημασία στις ανεπιθύμητες – αρνητικές συμπεριφορές των παιδιών και όχι τόσο στις θετικές στιγμές και στις προσπάθειες τους. Το να αγνοούν κάποιες αταξίες των παιδιών είναι προτιμότερο από το να αγνοούν επιθυμητές συμπεριφορές. Είναι αρκετά βοηθητικό να έχουμε στο νου μας ότι η πειθαρχία είναι ένα μεγάλο κεφάλαιο αλλά όχι το μόνο που καθορίζει τη σχέση του παιδιού με το γονέα του.

Πώς μπορούμε να πειθαρχήσουμε σωστά το παιδί μας;

1)  Κάθε παιδί ανάλογα με την ηλικία του αντιδρά και κατανοεί τι του λέμε με διαφορετικό τρόπο. Οφείλουμε να προσαρμόσουμε το λόγο μας και τη στάση μας στο στάδιο ανάπτυξης που βρίσκεται το παιδί. Συνήθως, στα μικρότερα παιδιά αρκεί να στρέψουμε την προσοχή τους σε μια άλλη δραστηριότητα ή να τα απομακρύνουμε από αυτό που κάνουν. Στα μεγαλύτερα, όμως, παιδιά (κυρίως από δύο ετών και πάνω) προτείνεται η πειθαρχία να συνοδεύεται όχι τόσο από μία δικαιολόγησή της, αλλά από μία εξήγηση του γιατί αντέδρασε με αυτόν τον τρόπο. Όσο δύσκολο και αν είναι και καλύτερα, αφού προηγηθεί ένα διάλειμμα, ως γονείς οφείλουμε να ρωτήσουμε το παιδί τι το ώθησε σε αυτή τη συμπεριφορά. Αν δεν μπορεί να μας απαντήσει, αξίζει να δοκιμάσουμε να σκεφτούμε εμείς γι’ αυτό δίνοντάς του έτσι την ευκαιρία να το καταλάβει μόνο του.

2)   Οποιαδήποτε μορφή πειθαρχίας και αν χρησιμοποιήσουμε είναι περισσότερο επιτυχής αν είναι κατάλληλη και ταιριαστή στο συγκεκριμένο παιδί. Όσο απλούστερος και πιο κατανοητός είναι ο λόγος μας και όσο πιο ξεκάθαρα και άμεσα εφαρμόσουμε τη συνέπεια της πράξης, τόσο πιο δυνατή είναι η αλλαγή της ανεπιθύμητης συμπεριφοράς. Ακόμη, ανάλογα με το χαρακτήρα του παιδιού, η μορφή πειθαρχίας που θα υιοθετήσουμε διαφέρει. Όσο πιο ευαίσθητο και ήσυχο είναι ένα παιδί, τόσο πιο πιθανό είναι να απογοητευτεί από μια αρκετά αυστηρή συνέπεια, η οποία, όμως, μπορεί να είναι κατάλληλη για ένα πιο ζωηρό και δυνατό παιδί.

3)  Τα παιδιά μαθαίνουν πώς να συμπεριφέρονται παρατηρώντας και μιμούμενοι τη συμπεριφορά των σημαντικών άλλων και ιδιαίτερα των γονέων τους. Οι γονείς λειτουργούμε ως πρότυπα για τα παιδιά μας, η στάση μας απέναντι στους γύρω μας και κυρίως στα κοντινά μας πρόσωπα (παιδιά, σύζυγος, συγγενείς) μπορεί να είναι πιο διδακτική από χίλιες λέξεις. Με τον τρόπο μας προσπαθούμε να βοηθήσουμε το παιδί μας, να του μάθουμε πώς να ελέγχει τον εαυτό του και πώς να βρίσκει τρόπους να αντιμετωπίζει μία κατάσταση δίνοντάς του παραδείγματα.

4)  Συχνά, χωρίς να το καταλαβαίνουμε, λέμε κάτι στο παιδί και η στάση μας εκείνη την ώρα, πριν ή μετά το αναιρεί. Το αποτέλεσμα είναι το παιδί να μπερδεύεται, να μην ξέρει τι να κάνει ή να εκμεταλλεύεται την κατάσταση για να κάνει αυτό που θέλει. Όταν θέλουμε να μεταδώσουμε ένα μήνυμα στο παιδί μας, χρειάζεται για να είμαστε πειστικοί, να υπάρχει συμφωνία μεταξύ λεκτικών και μη λεκτικών σημάτων και να μένουμε σταθεροί και συνεπείς σε αυτό που λέμε επαναλαμβάνοντάς το όσες φορές χρειαστεί, μέχρι να γίνει κατανοητό και ξεκάθαρο στο παιδί.

5)  Κάθε φορά που προσπαθούμε να μάθουμε ένα κανόνα στο παιδί ή τι να κάνει και τι να μην κάνει, καλό είναι, εφόσον μπορούμε να το προβλέψουμε, να το ενημερώνουμε για τις συνέπειες των ανεπιθύμητων πράξεων – συμπεριφορών. Όσο πιο άμεση είναι η εφαρμογή της συνέπειας, χωρίς να προηγούνται απειλές παρά μόνο μία απλή προειδοποίηση, και όσο πιο κατάλληλη είναι για αυτό που έγινε, τόσο πιο αποτελεσματική είναι. Αξίζει να επαναλάβουμε ότι είναι σημαντικό να μην μπερδεύουμε τη συνέπεια με την τιμωρία, η οποία τις περισσότερες φορές δεν οδηγεί στα επιθυμητά αποτελέσματα, παρά μόνο λόγω φόβου.

6)  Το να κάνουμε ένα διάλειμμα βοηθάει και εμάς και το παιδί να κάνει μία αποτίμηση του συμβάντος. Η συζήτηση που μπορεί να ακολουθήσει πάνω στο τι έγινε και γιατί οδηγεί και τις δύο πλευρές να προσπαθήσουν να καταλάβουν τη θέση του άλλου αλλά και τη δική τους και να μπορέσουν έτσι καλύτερα να ελέγξουν τη συμπεριφορά τους στο μέλλον. Μπορούμε ακόμη και να ζητήσουμε τη γνώμη του παιδιού πάνω στο τι θα βοηθούσε και να το εφαρμόσουμε την επόμενη φορά θυμίζοντάς του το.

7) Επιπλέον, ως γονείς που γνωρίζουμε καλύτερα και ζούμε καθημερινά με το παιδί μας οφείλουμε να κάτσουμε να σκεφτούμε πότε η πειθαρχία ήταν επιτυχής και πότε όχι και γιατί, αν ήταν άλλοι και ποιοι τότε παρόντες ή ήμασταν μόνοι μας, αν υπήρχε συμφωνία μεταξύ των δύο γονέων, αν είμαστε αρκετά αυστηροί ή ελαστικοί, αν έχουμε υψηλές προσδοκίες και απαιτήσεις, αν νιώθουμε ενοχές ως προς το ρόλο μας ως γονείς ή αν το παιδί μας αυτήν την περίοδο αντιδρά με άγχος και φόβο και χρειάζεται περισσότερη στοργή.

8)   Πέρα από το να επισημαίνουμε τις δυσκολίες χρειάζεται και καθημερινά να επαινούμε το παιδί μας όταν όντως κάνει αυτά που του ζητάμε. Πολλές φορές το ξεχνάμε ή το θεωρούμε αυτονόητο, για το παιδί όμως είναι πολύ σημαντικό να βλέπει ότι η προσπάθειά του αναγνωρίζεται, ανταμείβεται και απολαμβάνει την αποδοχή των γονιών του. Οφείλουμε, λοιπόν, να βάζουμε μικρούς στόχους κάθε φορά για να μπορούμε έτσι να διακρίνουμε τις μικρές αλλαγές στη στάση του παιδιού μας ενθαρρύνοντάς τες.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *