Παιδικός Σταθμός: Φορέας Προβλημάτων ή Λύσεων;

Η είσοδος ενός παιδιού στον παιδικό σταθμό είναι ορόσημο στη ζωή του ίδιου αλλά και όλης της οικογένειας. Αποτελεί μία μεταβατική περίοδο που σηματοδοτεί αλλαγές στις συνήθειες και τους ρυθμούς όλης της οικογένειας, παρόμοια με αυτές, όπως η γέννηση ενός δεύτερου παιδιού, η νέα δουλειά του μπαμπά ή της μαμάς, η μετακόμιση σε καινούριο σπίτι, σχολείο ή πόλη κ.α. Ουσιαστικά είναι η πρώτη εμπειρία του παιδιού παρατεταμένης απομάκρυνσής του από το σπίτι, από τις γνώριμες και βολικές του συνήθειες, από έναν τρόπο ζωής όλο παιχνίδι με μια στοργική μητέρα και έναν στοργικό πατέρα πάντα διαθέσιμους γι’ αυτό. Μεταφέρεται, έτσι, από ένα «κλειστό» σύστημα όπου οι κανόνες και οι απαιτήσεις του είναι γνωστές και προβλέψιμες, σε ένα σύστημα «ανοιχτό», γεμάτο τουλάχιστον στην αρχή, από απροσδόκητα, απρόβλεπτα και κάποιες φορές ακόμη και δυσάρεστα γεγονότα. Για να μπορέσει να ανταπεξέλθει στις νέες απαιτήσεις, πραγματικές και φανταστικές, το παιδί χρειάζεται να διαθέτει αρκετή ευελιξία και αυτοέλεγχο. Για πρώτη φορά του ζητείται να συγκεντρωθεί, να κρατήσει την προσοχή του, να καθήσει ακίνητο για να εργαστεί να ολοκληρώσει ένα έργο.

Είναι πολύ σημαντικό να έχουμε στο μυαλό μας ότι το κάθε παιδί είναι διαφορετικό, δεν υπάρχουν κανόνες που να ισχύουν σε όλες τις περιπτώσεις. Άρα, το να συγκρίνουμε παιδιά μεταξύ τους που ενδεχομένως έχουν την ίδια ηλικία, ή είναι αδέλφια ή πάνε στο ίδιο σχολείο δεν έχει καμία σημασία. Ο τρόπος με τον οποίο κάθε παιδί αντιλαμβάνεται και βιώνει την κατάσταση είναι καθαρά προσωπικός – υποκειμενικός. Μερικά παιδιά ξεκινούν το σχολείο με ευχαρίστηση και χωρίς δισταγμούς. Όμως, αν αναλογιστούμε όλα τα νέα δεδομένα που έχει το παιδί να επεξεργαστεί κατά την είσοδό του στον παιδικό σταθμό στην ηλικία που βρίσκεται, τότε δε θα πρέπει να μας φαίνεται καθόλου περίεργο που τόσα πολλά παιδιά συναντούν δυσκολίες και παρουσιάζουν προβλήματα. Τα προβλήματα αυτά ποικίλουν από την απλή απέχθεια και την περιστασιακή απροθυμία μέχρι την ανυποχώρητη και γεμάτη πανικό άρνησή του να πάει στο σχολείο.

Η πρώτη μέρα του παιδιού στον παιδικό σταθμό συνεπάγεται συνήθως τον πρώτο αποχωρισμό του από τα πρόσωπα φροντίδας και κυρίως τη μητέρα του και τον πατέρα του που συχνά σημαδεύεται από κλάματα και εκρήξεις. Το άγχος του αποχωρισμού αποτελεί μια φυσιολογική αναπτυξιακή διαδικασία. Θεωρείται η συχνότερη μορφή άγχους στη βρεφική και παιδική ηλικία μέχρι την ηλικία των 6 χρονών περίπου. Το παιδί συνήθως είναι υπερεξαρτημένο από τους γονείς του, βασίζεται σε εκείνους για την εκπλήρωση των αναγκών του, ακόμη και αναγκών που θα μπορούσε να εκπληρώσει και μόνο του, ανησυχεί υπερβολικά ότι θα συμβεί κάτι κακό στα πρόσωπα που το φροντίζουν και αποφεύγει καταστάσεις κατά τις οποίες πρέπει να απομακρυνθεί απ’ αυτά. Όταν ξεκινά το σχολείο, λοιπόν, διακρίνεται από έντονη ανησυχία, βρίσκει συχνά δικαιολογίες για να μείνει σπίτι ή προσπαθεί με διάφορους τρόπους να καθυστερήσει να πάει και πολλές φορές παρουσιάζει ψυχοσωματικά συμπτώματα, όπως τάση για εμετό, κοιλόπονο, πονοκεφάλους, αϋπνία, βραδινή ενούρηση κ.α. Επίσης, οι γονείς συχνά παραπονιούνται ότι από τότε που ξεκίνησε τον παιδικό σταθμό, το παιδί δεν τρώει στο σχολείο, δεν καταφέρνει να χρησιμοποιήσει μόνο του την τουαλέτα, παρόλο που έχει μάθει να το κάνει, το βράδυ δεν κοιμάται στο σπίτι, γιατί το μεσημέρι κοιμάται στο σχολείο, είναι συνέχεια άρρωστο, δεν έχει φίλους κ.α.

Η αντίδραση αυτή του παιδιού, λοιπόν, κατά την προσαρμογή του στο σχολικό περιβάλλον έχει άμεση σχέση με την εξάρτηση του παιδιού από τα σημαντικά γι’ αυτό πρόσωπα, η οποία είναι φυσιολογική και στηρίζεται στο ένστικτο της επιβίωσης. Σταδιακά, καθώς το παιδί μεγαλώνει και ωριμάζει, αρχίζει να αυτονομείται με αποτέλεσμα να μπορεί να βρεθεί μόνο του σε νέα περιβάλλοντα όπως το σχολικό με άγνωστα πρόσωπα. Ένας παράγοντας, λοιπόν, που παίζει σημαντικό ρόλο στην επιτυχή προσαρμογή του παιδιού θεωρείται η στάση των γονέων. Το άγχος του παιδιού να αποχωριστεί τους γονείς του συχνά συνδέεται με το γονεικό άγχος. Το άγχος και η αγωνία των γονιών, απόλυτα δικαιολογημένα, για τις εμπειρίες του παιδιού στον παιδικό σταθμό, για την προσοχή και τη φροντίδα που θα λάβει από τους παιδαγωγούς του και για τη σχέση του με τους συνομηλίκους του, μεταδίδεται στο παιδί είτε με άμεσο τρόπο είτε με έμμεσο. Οι τύψεις, η θλίψη, το άγχος, η αγωνία διαγράφονται στη στάση του σώματος, στις εκφράσεις του προσώπου, στον τόνο της φωνής, στις χειρονομίες. Τα παιδιά έχουν την ικανότητα να «διαβάζουν» αυτές τις μη λεκτικές συμπεριφορές, ακόμα και την παραμικρή ένδειξη αμφιβολίας ή ανησυχίας, παρά την προσπάθειά πολλές φορές των γονέων να την αποκρύψουν. Μία τέτοια ένδειξη πιθανόν να κάνει ακόμα μεγαλύτερο το φόβο και την ανασφάλειά τους και να δυσχεράνει την ένταξή τους στο σχολικό περιβάλλον.

Έτσι, οι γονείς με έντονο το αίσθημα της ευθύνης συχνά νιώθουν ένοχοι, κουρασμένοι αβοήθητοι και αδύναμοι να αντιμετωπίσουν την αλλαγή στη συμπεριφορά του παιδιού τους και τις εντάσεις που αυτή επιφέρει. Αναρωτιούνται αν τελικά έκαναν το σωστό, μήπως το παιδί τους δεν είναι έτοιμο και ώριμο αρκετά να πάει στο σχολείο και ίσως χρειάζεται να μείνει άλλον ένα χρόνο στο σπίτι. Η απάντηση είναι ότι δεν είναι τίποτα απόλυτο, δεν υπάρχει σωστό ή λάθος. Υπάρχει μόνο αυτό που είναι πιο κατάλληλο και ταιριάζει περισσότερο στη συγκεκριμένη οικογένεια και το παιδί της την παρούσα χρονική στιγμή, με βάση τις συνθήκες της, τα οικονομικά της, τις απόψεις της, τις εμπειρίες της, τις αντοχές της, την υγεία της κ.α. Έτσι μόνο η κάθε οικογένεια και κυρίως οι γονείς (ως υπεύθυνοι για το μεγάλωμα του παιδιού τους) θα διαλέξουν την καλύτερη λύση για τους ίδιους, την οποία όμως θα πρέπει να τη στηρίξουν με σταθερότητα και συνέπεια χωρίς δεύτερες σκέψεις, ώστε να αποβεί η καλύτερη για το παιδί τους.

Έρευνες έχουν δείξει, σε γενικές γραμμές, ότι τα παιδιά που φοιτούν σε παιδικό σταθμό έχουν περισσότερες ευκαιρίες για μάθηση απ’ ότι τα παιδιά που μένουν στο σπίτι. Αναπτύσσουν καλύτερη σχέση με ενήλικες, μαθαίνουν να προσαρμόζονται σε ένα κοινό πρόγραμμα και να συναλλάσσονται με άλλα παιδιά ικανοποιώντας τις ανάγκες τους για γνώση μέσα από την παρατήρηση και μίμηση της συμπεριφοράς των άλλων, για συντροφιά, φροντίδα, διασκέδαση καθώς και την αίσθηση του «ανήκειν». Ακόμη, μέσα στην τάξη και με τις διάφορες δραστηριότητες που καλούνται να εκτελέσουν, αναπτύσσονται γνωστικά και δίνεται η δυνατότητα να αναγνωρίσουν οι άλλοι (παιδαγωγοί, σύμβουλοι και γονείς), αλλά και οι ίδιοι να γνωρίσουν τις αδυναμίες και τις δυνάμεις τους. Επίσης, οι φιλίες που αναπτύσσονται και οι συνεργασίες τους γύρω από ένα παιχνίδι ή μια κοινή δραστηριότητα βοηθούν στο να μάθουν να αντιμετωπίζουν την απόρριψη και να αποκτούν δεξιότητες επικοινωνίας.

Αξίζει να σημειωθεί ότι κατά την ένταξη του παιδιού στο σχολείο και καθώς αρχίζει να έρχεται σε επαφή με τα άλλα παιδιά και με τις γνωστικές διαδικασίες αρχίζουν να εμφανίζονται πιο καθαρά ενδείξεις για τυχόν προβλήματα ψυχολογικού ή μαθησιακού τύπου (π.χ. προβλήματα συμπεριφοράς, υπερκινητικότα, έλλειψη προσοχής – αδυναμία συγκέντρωσης, μαθησιακά προβλήματα.). Αυτά τα σημάδια σε καμία περίπτωση δεν αποτελούν προβλέψεις ή συμπτώματα διαταραχών λόγω της ηλικίας του παιδιού, η οποία διακρίνεται από σημαντικές εξελίξεις και αλλαγές εγκεφαλικές, οργανικές, νοητικές και σωματικές. Έτσι, με την είσοδο του παιδιού στον παιδικό, οι γονείς και με τη βοήθεια των ειδικών, μπορούν να είναι καλύτερα ενήμεροι και περισσότερο προετοιμασμένοι για ενδεχόμενα ζητήματα που μπορεί να προκύψουν στο μέλλον και οι εκπαιδευτικοί με τη βοήθεια των γονέων μπορούν να λειτουργήσουν προληπτικά σε κάποιες περιπτώσεις οδηγώντας στη μείωση ή ακόμα και εξαφάνιση των ανεπιθύμητων συμπεριφορών.

Βιβλιογραφία

Ζαφειροπούλου, Μ., κ.α. (2004). Προσαρμογή στο σχολείο. Πρόληψη και αντιμετώπιση δυσκολιών. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.

Cole, M. & Cole, S. R. (2003). Η ανάπτυξη των παιδιών, Γνωστική και ψυχοκοινωνική ανάπτυξη κατά τη νηπιακή και μέση παιδική ηλικία, Β΄ Τόμος. Αθήνα: Τυπώθητω.

Herbert, M. (1998). Ψυχολογικά προβλήματα παιδικής ηλικίας. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *